Urban Guerrilas : Αφιέρωμα The Clash

Ήταν καλοκαίρι του 1976 όπου η Μεγάλη Βρετανία πλήττονταν από ένα πρωτοφανή -σε διάρκεια και ένταση- κύμα καύσωνα. Ταυτόχρονα η παγκόσμια οικονομία είχε ήδη εισέλθει σε ύφεση σηματοδοτώντας το τέλος της “χρυσής εποχής του καπιταλισμού”. Η νέα πραγματικότητα που διαμορφωνόταν αποτέλεσε την απαρχή ενός κύματος κοινωνικών αναταραχών και απεργιών που θα κορυφωθούν με δύο γεγονότα – σταθμός στην ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας. Η εκλογή της νεοφιλελεύθερης Μάργκαρετ Θάτσερ το 1979 και στον αντίποδα, μερικά χρόνια αργότερα, ο μεγαλειώδης αγώνας των ανθρακωρύχων που αποτέλεσε τη κορύφωση των εργατικών αγώνων όπως διεξήχθησαν τα προηγούμενα χρόνια. Σε αυτές τις συνθήκες προέκυψε ένα από τα πιο πρωτοπόρα συγκροτήματα στην ιστορία της rock μουσικής τόσο σε αισθητικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Όπως αναφέρει ο πρόλογος του αφιερώματος, αποτέλεσαν τη φωνή της ταξικής συνείδησης των εργατικών στρωμάτων της Βρετανίας, χωρίς το παραμικρό ίχνος διανοουμενίστικης επιτήδευσης, ενώ η μουσική τους έγινε το σύμβολο του αγώνα κατά της θατσερικής επέλασης. Από την άλλη συνδυάσαν με έναν μαγικό τρόπο ετερόκλητα μεταξύ τους μουσικά είδη όπως την rock με τα reggae, τα rhythm ‘n’ blues και τη soul. Με λίγα λόγια μιλάμε για τους… Clash.

Για τη συνέχεια του αφιερώματος πατήστε στο

London’s Burning

To καλοκαίρι του 1976 επιφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη για τη Με γάλη Βρετανία. Εν μέσω οικονομικής κρίσης, απεργιών, γενικής δυ σφορίας και μιας υφέρπουσας κοινωνικής εξέγερσης, η θερμοκρα σία ανέβηκε σε πρωτοφανή επίπεδα: ένας καύσωνας άνευ προη γουμένου από το Μάιο μέχρι τον Αύγουστο ήρθε για πολλούς σαν δώρο Θεού, αφού ξαφνικά έγινε το πρώτο θέμα σε εφημερίδες και τηλεοπτικά δελτία προκαλώντας ευφάνταστα σχόλια του στιλ «δια λύθηκε επιτέλους η κατάρα της Βρετανίας;»[1]. Αυτό που έδειχναν οι ειδήσεις δεν ήταν πλέον η άμεση κυβερνητική προπαγάνδα και η προσπάθεια συγκάλυψης των αντιδράσεων, αλλά το πώς ο κόσμος ξεχυνόταν στην Oxford Street με την ευτυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, εξαιτίας του ανέλπιστα ζεστού καλοκαιριού. Όμως, η ζέστη κράτησε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι όλοι περίμεναν και σταδιακά η ευφορία μετατράπηκε σε μια κουραστική για όλους καθημερινότητα, που ακόμη και τα δελτία ειδήσεων βαρέθηκαν να καλύπτουν. Τελικά, η υψηλή θερμοκρασία εντάχθηκε στα δεινά που έπλητταν τη Βρετανία και από «καύσωνας» μετονομάσθηκε σε «ξηρασία» – μέχρι που επιβλήθηκαν και όρια στην κατανάλωση νε ρού. Στα τέλη Αυγούστου συνέβησαν πράγματα που όλοι οι καθω σπρέπει Βρετανοί θα έβλεπαν μόνο στους χειρότερους εφιάλτες τους.

Σύμφωνα με τον Dick Hebdige, «Υπήρχαν ενδείξεις ότι η ζέστη απει λούσε την υποδομή των εθνικών μεγάρων προκαλώντας ρωγμές στα θεμέλια, ενώ το Καρναβάλι τον Notting Hill, χαρακτηριστικό παρά δειγμα φυλετικής αρμονίας, μετατράπηκε σε ένα απερίγραπτο ξέ σπασμα βίας. Αυτό το καραϊβικό φεστιβάλ, γεμάτο τουριστικές φαντασιώσεις […], κεφάτα calypsos και εξωτικά κοστούμια, έγινε ξαφ νικά μια μανιασμένη συγκέντρωση και εξελίχθηκε σε ανελέητη σύγκρουση μεταξύ των μαύρων και των οχυρωμένων αστυνομικών»[2]. Σε αυτό το φόντο έκανε την εμφάνιση του και το [βρετανικό] punk ως μουσικό «κίνημα», τουλάχιστον όσον αφορά την εκδήλωση του στον Τύπο και τις μάζες. Η κοινωνική και φυλετική συμμαχία μετα ξύ λευκών και μαύρων πήρε τη μορφή αυτοσχέδιου κινήματος και εξέγερσης, δημιουργώντας νέους κώδικες σε όλα τα επίπεδα, ξεκι νώντας από το ντύσιμο και καταλήγοντας στη μουσική. Η ιστορία από εκεί και πέρα είναι λίγο πολύ γνωστή: τα καλοστημένα σχέδια του Malcolm McLaren βρήκαν τα κατάλληλα μοντέλα, που θα φο ρούσαν τα ρούχα που λάνσαρε ώστε να κάνουν τους μάγκες και να εισβάλουν στο βαλτώδες τοπίο του βρετανικού rock ‘n’ roll. Αυτά τα μοντέλα δεν ήταν άλλοι από τον Johnny Rotten και την παρέα του, μόνιμοι θαμώνες του μαγαζιού του κυρίου McLaren στην King’s Road, με την επωνυμία Sex… Η νέα, βρετανική, επανάσταση στη μουσική ξεκίνησε από μια μπουτίκ. Είναι δυνατόν; Όσοι το πιστεύ ουν ακόμη, ίσως θα έπρεπε να δουν και τα άλλα επεισόδια, που εί χαν διαφορετικούς πρωταγωνιστές…

Ο PAUL SIMONON ΚΑΙ Ο MICK JONES ΣΥΝΑΝΤΗΘΗΚΑΝ στις αρχές της δεκαετίας του ’70 στη Σχολή Καλών Τεχνών του Λον δίνου, όπου και οι δύο φοιτούσαν με την ελπίδα κάποια στιγμή να γί νουν ζωγράφοι[3]. Εκεί είχε θητεύσει για λίγο και ο Joe Strummer [που ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος], αλλά βαρέθηκε γρήγορα και τα παράτησε, για να ενταχθεί στη διασημότερη ίσως μπάντα των λονδρέζικων παμπ των αρχών των ’70s, τους 101ers. Οι εμφανίσεις τους σε μικρούς χώρους είχαν γράψει ιστορία στις αρχές της δεκαε τίας, κυρίως για τα επεισόδια που τις συνόδευαν σχεδόν πάντοτε, αλλά και για την εκρηκτικότητα τους, η οποία δεν ήταν καθόλου άσχετη με την παρουσία του Strummer.

Λίγα χρόνια αργότερα, κάπου στο 1976, ο Jones και ο Simonon προ σπαθούσαν να δημιουργήσουν μια μπάντα με το όνομα The Heartdrops, ενώ ο πρώτος κατέβαλλε προσπάθειες για να μάθει στο δεύτερο να παίζει μπάσο. Το μάνατζμεντ των Heartdrops είχε αναλάβει ο Bernie Rhodes, ένας βοηθός στοSex, το μαγαζί του Malcolm McLaren [λέγεται ότι ο Rhodes ήταν αυτός που είχε ανακαλύψει λίγο νωρίτερα τον Johnny Lydon και τον παρέδωσε για τα περαι­τέρω στον McLaren].

Ενώ τα σχέδια των Jones και Simonon δεν τους είχαν πάει και πολύ πιο μακριά απ’ ότι καμιά πεντακοσαριά ακόμη μπάντες της περιοχής του Λονδίνου εκείνη την εποχή, κάποιο βράδυ είχαν την τύχη να δουν τους 101ers, με τον Strummer επικεφαλής, στο κλαμπ Nashville. Μαζί τους, ως support γκρουπ, οιSex Pistols… «Εκείνη τη στιγμή καταλάβαμε ότι ο Joe ήταν ίσως ο καλύτερος που υπήρχε»[4], λέει σήμερα ο Mick Jones. «Λίγο αργότερα του ζητήσαμε να έρθει μαζί μας. Του κάναμε την πρόταση και τον δώσαμε 48 ώρες για να αποφασίσει και να μας απαντήσει». Ο Strummer το σκέφτηκε σε λιγότερο από μια ημέρα και τους ανακοίνωσε ότι ήταν μαζί τους…

Clash City Rockers

Από τη στιγμή εκείνη το παρελθόν του Joe Strummer με τους 101ers διαγράφηκε. Δεν ήθελε οΰτε να παίζει τα κομμάτια τους ούτε καν να θυμάται τι είχε κάνει μαζί τους: «Ήμασταν σταλινικοί από κάποια άποψη. Όλα, οι φίλοι μου, ό,τι ήξερα και οτιδήποτε είχα παίξει μέχρι τότε, πήγε περίπατο» λέει ο Strummer και εξηγεί: «Προσπαθούσαμε να αναπτύξουμε μια σοσιαλιστική αντίληψη σε ό, τι αφορούσε το μέλλον μας. Ο κόσμος έπρεπε να γίνει λιγότερο μίζερος». Διαβάζοντας αυτά τα λόγια, πρέπει φυσικά να ξεχάσετε οτιδήποτε ηχητικά παρεμφε ρές έχετε ακούσει στην Ελλάδα τα τελευ ταία χρόνια. Δε μιλάμε για τα τριτοκοσμικά σοσιαλιστικά οράματα [;;;] των Βαλκανίων, αλλά για τους τρόπους επιβίωσης σε μια βιομηχανική και υπό κατάρρευση βρετανική κοι νωνία.

Με την προσχώρηση του Strummer, στις αρχές Ιουνίου του 1976, οι Heartdrops μετονομάζονται σε Clash, με αφορμή ένα γκράφιτι που είχαν δει στο Westway. Δύο μήνες αργό τερα η μπάντα κάνει την πρώτη της επί σημη εμφάνιση ως support act των Sex Pistols και λίγο πριν από το τέλος του 1976 φεύγει από το γκρουπ ο κιθαρίστας Keith Levene. Η πρώτη σύνθεση των Clash, όπως καταγράφηκε και στον πρώ το τους δίσκο, αποτελούνταν πλέον από τους Joe Strummer, Mick Jones, Paul Simonon και τον πρώτο ντράμερ του γκρουπ, τον Terry Chimes. Όλα οτο Λονδίνο εκείνη την εποχή έδει χναν ότι κάτι επρόκειτο να συμβεί που θα ανέτρεπε πολλές καταστάσεις στο rock ‘n’ roll. Οι Sex Pistols εμφανίζονταν όλο και συχνότερα με τους Clash ως support, αλλά ο μουσικός Τύπος έθαβε αλύπητα την μπάντα του Strummer και του Jones: «Οι Clash δεν είναι παρά μια garage μπάντα που πρέπει επειγόντως να επιστρέψει στο garage και να μείνει εκεί, και μάλιστα με τις πόρτες κλειδωμένες και τις μηχανές αναμένες», έγραφε ο Charles Shaar Murrayστο προοδευτικό ΝΜΕ, λίγες ημέρες μετά από μία κοινή εμφάνιση των Clash με τους Sex Pistols στο Screen On The Green«Όλη τους η δουλειά είναι τόσο άθλια, που πρέπει να εκτελεστούν αμέσως»

Δύο ημέρες υστέρα από αυτή την εμφάνιση ξέσπασαν οι ταραχές στο Notting Hill, που μετέτρεψαν το καρναβάλι σε κόλαση. Οι Clash είχαν την τιμή και τη χαρά να συμμετάσχουν στο ξύλο και στον πανικό. Λέει ο Strummer:

«Ήταν η στιγμή που ο κόσμος είπε: “Αρκετά, ως εδώ! Τώρα θα σας ότι δε θα δεχτούμε περισσότερα “. Αυτό με προκάλεσε να γράψω το White Riot. Ήμασταν μέρος αυτών των ταραχών, αλλά ήξερα πολύ καλά ότι ήταν μια υπόθεση που αφορούσε αποκλειστικά τους μαύρους, γιατί αυτοί είχαν όλους τους λόγους να διαμαρτυρηθούν και αποφάσισαν να κάνουν πραγματικά κάτι γι’ αυτό. Αυτό που προσπαθούσα να πω με το “White Riot” ήταν ότι υπάρχει λόγος που γίνονται όλα αυτά. Όταν πιέσεις κάποιον πάρα πολύ, τότε θα αντιδράσει, και μάλιστα βίαια. Αν δεν κάνουμε και εμείς το ίδιο, τότε θα μας τσακίσουν. Ο Γκάντι έλεγε διαρκώς ότι πρέπει να αγνοήσουμε τους Βρετανούς. Αυτό το επαναλαμβάνω κάθε μέρα: “Πρέπει να αγνοήσουμε τους Βρετανούς!”».

Το “White Riot” ήταν το πρώτο single και κυκλοφόρησε το Μάρτιο του ‘77. Ένα μήνα αργότερα ακολούθησε το πρώτο album με τίτλο το όνομα του συγκροτήματος: εκρηκτική ύλη ικανή να ταρακουνήσει για καλά τους κοιμισμένους Λονδρέζους και όχι μόνο, όπως αποδείχτηκε στην πορεία. Ίσως αυτός ο δίσκος να είναι η καλύτερη απεικόνιση του τι συνέβαινε στη Βρετανία στις αρχές του 1977. Η εξαθλίωση και η απόγνωση των εργατικών στρωμάτων, οι φυλετικές εξεγέρσεις και όλα όσα οδήγησαν στη… θριαμβευτική έλευση της Μάργκαρετ Θάτσερ περιγράφονται πιστά στο ντεμπούντο “The Clash”. Το κυριότερο στοιχείο είναι φυσικά η απεικόνιση της «στρατηγικής συμμαχίας» των δύο κυρίαρχων ανατρεπτικών κινημάτων της εποχής, όπως αυτά έβρισκαν την έκφραση τους στη μου σική: του punk και της reggae. Όσο και αν η ταύτιση των δύο κινημά των ήταν μάλλον αυθαίρετη και κατά ένα μεταφυσικό τρόπο αυθόρ μητη, το album αυτό και οι δημιουργοί του αποτελούν σήμερα το ση μαντικότερο ντοκουμέντο της εποχής, σε πολλά επίπεδα. Σε μια πο λύ περίεργη αντιστοιχία, όπως οι Rolling Stones και οι υπόλοιποι έπαιζαν στα ’60s τη μουσική των μαύρων, δηλαδή τα rhythm ‘n’ blues και τα blues, έτσι στα ’70s οι Clash πήραν τη reggae και τη μετέτρε ψαν σε όχημα της «νέας ιδεολογίας».

Το πρώτο album όμως ήταν η αρχή μιας καταστροφικής συνεργα σίας του συγκροτήματος με τη CBS. Είχαν υπογράψει συμβόλαιο 100.000 στερλινών, διάρκειας δέκα ετών και με την υποχρέωση ηχο γράφησης δέκα albums. Οι Sex Pistols είχαν πάρει από την ΕΜΙ μό λις 40.000 στερλίνες και όλοι νόμισαν αρχικά ότι οι Clash είχαν χτυ πήσει φλέβα χρυσού. Όμως, δέκα χρόνια είναι πολλά και δέκα albums ακόμη περισσότερα. «Υπογράψαμε το χειρότερο συμβόλαιο της ιστορίας» δήλωσε μετά από χρόνια ο Strummer και αφού είχε απαλλαγεί πια εντελώς από το βάρος…

Λίγο μετά την κυκλοφορία του πρώτου album, φεύγει από το γκρουπ ο Terry Chimes. Τη θέση του παίρνει, κατόπιν παρέλασης και δοκιμής 205 υποψήφιων ντράμερ, ο Nicky “Topper” Headon, μόλις 21 ετών και επαγγελματίας από τα 15 του. Κατά τον Strummer, «Υπάρχει ένας αυστηρός κανόνας στο rock ‘n’roll: μια μπάντα είναι καλή αν έχει καλό ντράμερ. Χωρίς τον Topper δεν ήμασταν κακοί, αλλά με αυτόν γίναμε οι καλύτεροι. Μπορούσε να παίξει τα πάντα χωρίς το παραμικρό πρόβλημα: funk, soul, reggae, οτιδήποτε». Πρω­τίστως όμως rock ‘n’ roll…

ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗ TOY TOPPER, ΟΙ CLASH κάνουν μια από τις ιστορικότερες και πιο επεισοδιακές εμφανίσεις τους, στο Rainbow Theatreτου Λονδίνου.

«Αυτή η συναυλία άφησε εποχή. Έπεσα ένα βράδυ για ύπνο και ήμουν στην αφάνεια, και την άλλη μέρα ξύπνησα διάσημος. Ένα ολό κληρο τρισέλιδο της Evening Standard ήταν αφιερωμένο σε μας. Ήταν ανήκουστο ένα punk γκρουπ να παίζει στο Rainbow. Ήταν κά τι σαν το Madison Square Gardens του Λονδίνου». Αυτά θυμάται ο Strummer από εκείνη τη βραδιά, ενώ ο Paul Simonon έχει πολύ κα λά χαραγμένες στη μνήμη του σκηνές με τον κόσμο «να ξηλώνει τα καθίσματα και να τα πετάει πάνω στη σκηνή, ενώ διάφορα πράγμα­τα εκτοξεύονταν από παντού».

Ενώ, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, έδειχναν να ανοίγουν διάπλα τα οι πόρτες της δόξας για τους Clash, άρχισαν οι ανοιχτές συγκρού σεις με την εταιρεία: χρειαζόταν επειγόντως ένα δεύτερο album. «Ποιο δεύτερο album, τι εννοείτε;» ήταν η απάντηση του γκρουπ, που καλά καλά δεν είχε ακόμη συνειδητοποιήσει τι γινόταν. Με έναν παραγωγό ανεπιθύμητο – τον Sandy Pearlman, συνεργάτη των Blue Oyster Cult– και απίστευτα επεισόδια, ηχογραφείται και κυκλοφορεί σε χρόνο ρεκόρ, το Νοέμβριο του 1978, το δεύτερο album, με τίτλο “Give ‘em Enough Rope”. Ο Strummer είχε την εξής άποψη: «Αυτό το album δεν έπρεπε να το κάνουμε». Ο δε Paul Simonon περιγράφει την ηχογράφηση ως εξής: «Ήταν η πιο βαρετή κατάστα ση που μπορούσε να υπάρξει. Καμία σχέση με την εκρηκτικότητα του πρώτου δίσκου». Αν το συγκρίνει δε κα νείς με το “All Mod Cons” των Jam που βγήκε την ίδια εποχή, θα κα ταλάβει ότι τα παραπάνω σχόλια είναι κάτι περισσότερο από εύστο χα…

To “Give ‘em Enough Rope” όμως γίνεται αισθητό ακόμη πιο έντο να στο σβέρκο της συντηρητικής Βρετανίας, αφού το περιεχόμενο του είναι αυστηρώς πολιτικό και ανατρεπτικό. Εκτός αυτού, με το συγκεκριμένο δίσκο καιτην παραγωγή που έγινε, οι Clash αρχίζουν να ξεφεύγουν από τα στενά όρια του punk. Μπαίνουν για πάντα πίσω από την ταμπέλα των ακροαριστερών και παύουν να είναι «ένα ακόμη punk συγκρότημα». Ίσως ο πολιτικός προσδιορισμός να μην ήρθε αδικαιο λόγητα, αλλά και πάλι, υ πήρχε ένας ιε ρός σκοπός πί σω από όλα αυτά: η αφύ πνιση των μα ζών. Όσο και αν κάτι τέτοιο σήμερα ακού γεται τετριμ μένο και βαρε τό, εκείνη την εποχή επρό­κειτο για μία πολύ σοβαρή πολιτική στά ση, δέκα χρόνια μετά την αποτυχία των χίπις και ενώ η Βρετανία περνούσε το ισχυρό σοκ της ξεπεσμένης αυτοκρατορίας. Ενώ το κίνημα του punk [όσο, τέλος πάντων, επρόκειτο για κίνημα] βρισκόταν ήδη στα τελευταία του, το δεύτερο αυτό album των Clash ήταν ο ιδανι κός τρόπος μετάβασης από τα θνησιγενή και αφελή punk αιτήματα και οράματα [;] στη rock ‘n’ roll τεχνοτροπία, μέσω μιας νέας, ανα πάντεχης προσέγγισης της beat ποίησης. Από εδώ και στο εξής, όση σχέση είχε ο Dylanμε τους Beatniks, άλλη τόση είχαν και οι Clash, και αυτό θα γινόταν ακόμη πιο εμφανές στον επόμενο δίσκο τους.

Όσο βαρετό και αν ήταν το “Give ‘em Enough Rope”, στην ουσία πρόκειται για το πρώτο σκαλοπάτι που ανέβηκαν οι Clash για να εγκατασταθούν στο θρόνο του σπουδαιότερου rock γκρουπ της Βρετανίας από την εποχή των Rolling Stones και των Who της δεκαετίας του ’60. Μετά την ηχογράφηση του album και αφού είχε εκδιωχθεί ο Bernie Rhodes από το μάνατζμεντ του γκρουπ, οι Clash ετοιμάζουν τη θριαμβευτική εισβολή τους στην Αμερική: τον τόπο που όλοι οι Βρετανοί μισούν και συγχρόνως λατρεύουν, τον τόπο που όλοι οι rock ‘n’ roll διάττοντες αστέρες ονειρεύονται να κατακτήσουν για να δουν μια άσπρη μέρα, όχι μόνο οικονομικά, αλλά κυρίως συμβολικά, αφού δε νοείται μύθος του rock ‘n’ roll εκτός αμερικανικού σκηνικού.

ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΤΟΥ 1979, ΟΙ CLASH ξεκινούν την εξόρμηση τους στις ΗΠΑ, με στόχο να καταφέρουν αυτό που δεν κατάφεραν οι Sex Pistols λίγο νωρίτερα: να κατακτή σουν τη Δύση, ή μάλλον να επαναφέρουν στο φυσικό του χώρο το punk, όπως δηλαδή έγινε και αρκετά χρόνια νωρίτερα με τα άλλα εγγλεζάκια που πήγαν στην Αμερική με τις αποσκευές τους γεμά τες «λαθραία», τα οποία επανέφεραν στις ΗΠΑ και κατάφεραν να πουλήσουν πολύ ακριβά.

Γιατί το punk, όπως και το rock ‘n’ roll, είχε ξεκινήσει στις ΗΠΑ. Αφήνοντας στην άκρη τους Stooges και τους Velvet Underground, γιατί είναι εκτός συναγωνισμού, ένας άλλος Αμερικανός – και όσοι τον ακολούθησαν- έσωσε το rock ‘n’ roll στα πολύ δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’70, όταν κάποιοι το έβαλαν στα σαλόνια και κινδύνεψε να γίνει μουσική για διανοούμενους, όταν πνίγηκε στους φλύαρους πειραματισμούς και, ούτε λίγο ούτε πολύ, ξέχασε από πού προέρχεται και ποιος είναι ο σκοπός που εξυπηρετούσε. Από τη μια πλευρά του Ατλαντικού κυριαρχούσαν οι Emerson, Lake & Palmer και οι λοιποί και από την άλλη οι Eagles καταλαβαίνετε…

Την πολυλογία και την κενότητα των progressive ανοησιών και του FM Rock, λοιπόν, διέκοψε βίαια ένα και μόνο κομμάτι, που δεν ήταν άλλο από τοRoadrunner του Jonathan Richman, το οποίο έγινε ο οδηγός κάθε επίδοξου non-progressive rocker στα ’70s. Την ίδια εποχή, γύρω στο 1973-74, στη Νέα Υόρκη αρχίζει να αναπτύσ σεται όλη αυτή η σκηνή του CBGB’s με πρωταγωνιστές την Patti Smith, τους Television και τους Ramones και αφού είχαν προηγηθεί φυσικά οι New York Dolls. Όλα αυτά μεταφέρθηκαν λίγο αργότερα στο Λονδίνο, όπου ο Malcolm McLaren επέστρεψε με το κεφάλι του γεμάτο ιδέες και εικόνες από τη Νέα Υόρκη. Εκείνη την εποχή το πρώτο album των Ramones ήταν ήδη βασικό άκουσμα σε συγκεκρι μένους κύκλους… Τρία ακόρντα -το πολύ!-, ένταση και θεματο λογία που εξέφραζε απόλυτα τη βαρεμάρα και την κενότητα που περιέβαλλε τα πάντα.

Οι Clash «επιστρέφουν» λοιπόν στην Αμερική το ’79 και φέρουν μαζί τους τη μετάλλαξη όλων αυτών των εμπειριών. Έχοντας μόλις ηχογραφήσει ένα ep με τίτλοThe Cost Of Living, στο οποίο περιέχεται και η διασκευή στο I Fought The Law, έχουν όλα τα εφόδια για την εκστρατεία, ενώ support acts στη περιοδεία αυτή, που ονομάστηκε για ευνόητους λόγους “The Pearl Harbor Tour”, ήταν ο…Bo Diddley και ο… Lee Dorsey. Η μπάντα γνωρίζει δε πολύ καλά ότι το πρώτο της album είχε ήδη πουλήσει 100.000 αντίτυπα και αυτά… εισαγωγής, καθώς δεν είχε κυκλοφορήσει κανονικά στην αμερικανική αγορά. Τελικά εμφανίστηκε με δύο χρόνια και με πολύ διαφορετικό περιεχόμενο.

Εκεί που λίγο νωρίτερα οι Sex Pistols είχαν αποτύχει παταγωδώς να μεταδώσουν τη καθαρά βρετανοκεντρική τους μανία στο κοινό των νότιων και μεσοδυτικών Πολιτειών, οι Clash αποβιβάζονται στα αστικά κέντρα [Ντιτρόιτ, Νέα Υόρκη κτλ.] και δίνουν στους Αμερικανούς να καταλάβουν πολύ καλά ένα πράγμα: μπορεί το punk να είχε γεννηθεί εκεί πολλά χρόνια πριν, αλλά αυτοί που τώρα είχαν τον απόλυτο έλεγχο δεν ήταν άλλοι από τους Strummer, Jones & Co. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ενδιαφέρον των Αμερικανών για την πολιτική και ειδικότερα για τις αριστερές θεωρίες ήταν και είναι πολύ περιορισμένο. Ο λόγος που οι Clash προκάλεσαν τον ενθουσιασμό ήταν ένας και μοναδικός και καθόλου πολιτικός. Αυτοί οι τύποι ήταν οι μόνοι που έπαιζαν rock ‘n’ roll εκείνη την εποχή και το έκαναν να ακούγεται όπως έπρεπε: επιθετικό, επικίνδυνο και ικανό να παρασύρει έξω από τα συνηθισμένα και τα τετριμμένα.  Οι Clash  έδωσαν ξανά στο rock τη χαμένη του τιμή και το έβαλαν και πάλι στο προσκήνιο μετά τα πάνδεινα που υπέστη τη δεκαετία που τελείωνε.

Για να μην υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία για όλα τα παραπάνω το Δεκέμβριο του 1979 κυκλοφορεί το “London Calling”, ο δίσκος που σφραγίζει με τον καλύτερο τρόπο τη δεκαετία που τελειώνει, ενώ συγχρόνως κάνει και το καλύτερο ποδαρικό στη δεκαετία του ’80, αφού στη Βρετανία και στην Ευρώπη κυκλοφορεί το Δεκέμβριο του ’79, ενώ στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 1980. Ένα συγκλονιστικό διπλό album από ένα γκρουπ που με βεβαιότητα ήταν το κορυφαίο εκείνη τη στιγμή, έχοντας δουλέψει πολύ και έχοντας αμέτρητες ώρες σε πρόβες και ηχογραφήσεις. Ένα album που έκτοτε συναγωνίζεται στα ίσια το “Exile On Main Streetτων Rolling Stones και το“Λευκό” των Beatles για την πρώ τη θέση μεταξύ των αυ θεντικότερων και συ­γκλονιστικότερων δι πλών albums της rock εποχής.

Οι Clash συγκρούονται και πάλι ανοιχτά με την εταιρεία τους, αφού επι μένουν το album να πω λείται στην τιμή του μο νού, και ενώ ο βρετανι κός Τύπος τους κατηγο ρεί για «εμπορική στρο φή» και διάφορα άλλα συναφή. Όμως ελάχιστες φορές μουσικός τύπος επέδει ξε την απαιτούμενη ικα νότητα να ανταποκριθεί έγκαιρα και εύστοχα στις πραγματικές συνθή κες…

Όταν, λίγο αργότερα, το 1981, οι Clash επανήλθαν, με ένα τριπλό αυτή τη φορά album [«Sandinista!»], η κρίση οξύνθηκε ακόμη περισσότερο. Αυτή τη φορά επέμεναν η τιμή να είναι χαμηλότερη από αυτή ενός διπλού άλμπουμ. Η CBS έγινε έξαλλη και αποφάσισε να διασφαλίσει τα κέρδη της παρακρατώντας ποσά από τα δικαιώματα των κομματιών, καθώς και μέρος των εσόδων από τις περιοδείες του συγκροτήματος. Για να πάρουν έστω και μια πένα από το album, το “Sandinista!” έπρεπε να ξεπεράσει τις 200.000 αντίτυπα μόνο στη Βρετανία, κάτι που πέρασαν πολλά χρόνια για να συμβεί. Φαίνεται ότι η αντικαπιταλιστική προπαγάνδα των Clash δεν ήταν μόνο λόγια. Μόνο που είναι πολύ δύσκολο [δηλαδή αδύνατο] να επιβληθείς σε μια εταιρεία, ειδικά εκείνη την εποχή. Και ο Strummer το ήξερε πολύ καλά.

Ωστόσο, το γκρουπ επιστρέφει θριαμβευτικά στις ΗΠΑ το καλοκαίρι του ’81 και για δύο εβδομάδες αφήνει άφωνη τη Νέα Υόρκη με τις εμφανίσεις του στοBond’s Club. Μαζί τους εμφανίζεται επί σκηνής κάποια στιγμή και ο Allen Ginsberg, συνεργασία που συνεχίστηκε και με τη συμμετοχή του στο“Ghetto Defendant” του “Combat Rock”, που ήταν το επόμενο album.

Την ίδια εποχή ο Topper Headon μπλέκει άσχημα με την ηρωίνη. Ο ίδιος λέει:«Ο Joe μου έλεγε όλη την ώρα ότι δεν είναι δυνατό να γράφει τραγούδια κατά των ναρκωτικών και εγώ να είμαι συνέχεια μαστουρωμένος πίσω του». Σε ένα πολύ αρνητικά φορτισμένο κλίμα, και όχι μόνο λόγω των προβλημάτων του Headon, αρχίζει η ηχογράφηση του “Combat Rock”. Ο Strummer θεωρεί ότι το πρόβλημα του Topper ήταν η αρχή του τέλους για τους Clash. «Στις ημέρες της jazz όλοι οι σαξοφωνίστες είχαν κόλλημα με την ηρωίνη. Όμως κάθε ναρκωτικό έχει τη φύση του και αυτή της ηρωίνης σίγουρα συμβιβάζεται με τα πνευστά, γιατί μπορείς άνετα να “πετάς ” πάνω από τη μουσική και να κάνεις τα δικά σου. Όμως με τίποτε δε συμβιβάζεται με τα drums. Αυτή η δουλειά είναι σαν να καρφώνεις ένα καρφί στο πάτωμα. Απαιτεί απόλυτη ακρίβεια. Δεν μπορεί να λείπει ο ρυθμός!».

Should I Stay Or Should I Go?

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η ματαίωση μιας περιοδείας και η προσωρινή αποχώρηση του Topper. Με τα χίλια ζόρια ολοκληρώνεται η ηχογράφηση του κατ’ ουσία τελευταίου album των Clash. Προς γενική έκπληξη όλων μάλιστα, το “Combat Rock” φτάνει στο No 5 των ΗΠΑ. Απίστευτο, αν σκεφτεί κανείς πως εκεί μέσα υπάρχουν κομμάτια σαν το “Know Your Rights”. Όμως το γκρουπ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πια. Ο Topper αποχωρεί οριστικά λίγο μετά την ηχογράφηση, ενώ η σχέση Strummer και Jones έχει φτάσει στα άκρα χωρίς να υπάρχει δυνατότητα συμφωνίας για το παραμικρό, πολύ περισσότερο για την κατεύθυνση της μουσικής ή για το αν θα γινόταν περιοδεία, πότε, πού κτλ. Έτσι, ο Mick Jones αποχωρεί [ή εκδιώκεται;] από τους Clash και άλλη μια rock ιστορία βρίσκει τέλος πριν την ώρα της…

ΟΥΤΕ ΛΙΓΟ ΟΥΤΕ ΠΟΛΥ, ΟΙ CLASH ΚΑΤΟΡΘΩΣΑΝ ΝΑ αναστήσουν το rock ‘n’ roll. Η διαδικασία είχε ξεκινήσει από τους Αμερικανούς λίγα χρόνια πριν από την εμφάνιση τους, αλλά αυτοί οι τέσσερις τύποι από το Λονδίνο ήταν ο συνδετικός κρίκος στην αλυσίδα που συγκράτησε τα θεμέλια του rock οικοδομήματος και δεν το άφησε να καταρρεύσει. Ο κύκλος που ξεκινά από τη Νέα Υόρκη, περνά από το Λονδίνο, το Kingston και κλείνει πάλι στη Νέα Υόρκη δε νοείται χωρίς τους Clash. Ενώ οι Sex Pistols πήραν με το «έτσι θέλω» τη δόξα των punk γκουρού, ίσως επειδή η πρώτη τους κυκλοφορία προηγήθηκε χρονικά, οι Clash προχώρησαν πολύ πιο μακριά, έχοντας πάντα στο μυαλό τους ότι «ή θα νικήσεις ή θα πεθάνεις». Με λίγα λόγια, ενσάρκωσαν με τον καλύτερο τρόπο όλα τα ιδεώδη του rock ‘n’ roll σε μια εποχή που αυτό ήταν ετοιμοθάνατο.


[1] Από τις ειδήσεις τις βρετανικής τηλεόρασης της εποχής, όπως μεταφέρε ται από τον Dick Hebdige στο “Υποκουλτούρα: Το Νόημα Του Στυλ”, Εκδό σεις Γνώση, 1981, Μτφ. Έφη Καλλιφατίδη.

[2] “Υποκουλτούρα: Το Νόημα Του Στυλ”, Εκδόσεις Γνώση, 1981, Μτφ. Έφη Καλλιφατίδη.

[3] Περισσότερες πληροφορίες για τα μέλη των Clash υπάρχουν στους ακόλουθους συνδέσμους:

http://en.wikipedia.org/wiki/Joe_Strummer

http://en.wikipedia.org/wiki/Mick_Jones_%28The_Clash%29

http://en.wikipedia.org/wiki/Paul_Simonon

http://en.wikipedia.org/wiki/Topper_Headon

[4] Όλα τα αποσπάσματα από τις συνεντεύξεις των Clash προέρχονται από το ντοκιμαντέρ “Westway Of The World” και στο οποίο για πρώτη φορά όλα τα μέλη του γκρουπ μιλούν για την μπάντα, τη ζωή τους και τα σχέδια τους (χωρίς υπότιτλους):

Από : Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα

Advertisements

Posted on 26/07/2010, in Ανεξάρτητη Μουσική, Ιστορία - Θρησκείες and tagged , , , , , . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: