Πείνα

«Αλλά η λύση δεν βρίσκεται στα χέρια μας. Βρίσκεται στους ίδιους τους απεργούς πείνας, τις οικογένειες και τους συμβούλους τους. Πιο άμεσα, βρίσκεται στα χέρια των ηγετών του Προσωρινού ΙΡA»

Μ. Θάτσερ

«Κανείς δεν πρόκειται να απαγορεύσει -με οποιουσδήποτε τρόπους και κυρίως με συνωμοσιολογικούς τρόπους- τη βούληση και την πράξη μιας κυβέρνησης που είναι προοδευτική και έχει συγκεκριμένες μεθόδους και ιδεολογικές προσεγγίσεις»

Γ. Πεταλωτής*

«Αλλά η λύση δεν βρίσκεται στα χέρια μας. Βρίσκεται στους ίδιους τους απεργούς πείνας, τις οικογένειες και τους συμβούλους τους. Πιο άμεσα, βρίσκεται στα χέρια των ηγετών του Προσωρινού ΙΡA»
Μ. Θάτσερ
«Κανείς δεν πρόκειται να απαγορεύσει -με οποιουσδήποτε τρόπους και κυρίως με συνωμοσιολογικούς τρόπους- τη βούληση και την πράξη μιας κυβέρνησης που είναι προοδευτική και έχει συγκεκριμένες μεθόδους και ιδεολογικές προσεγγίσεις»
Γ. Πεταλωτής*

Του Σωτήρη Δημητριάδη
Το «Hunger» (2008) του Βρετανού σκηνοθέτη Στιβ ΜακΚουίν  είναι μια από τις δυνατότερες και σκληρότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων. Ο τίτλος παραπέμπει στον Μπόμπυ Σανς και τους φυλακισμένους αγωνιστές του ΙΡΑ, που στα 1981 προχώρησαν σε απεργία πείνας μέχρι θανάτου, για να αναγκάσουν την κυβέρνηση της Μ. Θάτσερ να τους παραχωρήσει καθεστώς πολιτικού κρατουμένου. Η ταινία περιγράφει επίσης την περίοδο της «βρώμικης διαμαρτυρίας» που προηγήθηκε. Μας δίνει μια εικόνα της ζωής τους, της μορφής του αγώνα τους, της οργάνωσής τους μέσα στη φυλακή και της σχέσης τους με το κίνημα απ΄ έξω, της αντίδραση της διεύθυνσης των φυλακών, αλλά και της στοχοποίησης των σωφρονιστικών υπαλλήλων από τους εκτελεστές του ΙΡΑ.

Το  Hunger όμως δεν είναι μια ταινία για την Ιρλανδία με τον τρόπο της «Ματωμένης Κυριακής» ή του «Ανέμου που χορεύει το κριθάρι». Δεν έχει πλάνα από τα πράσινα λιβάδια του νησιού ή τις φτωχογειτονιές των αστικών του κέντρων. Η κάμερα του ΜακΚουίν είναι έγκλειστη στη φύλακη του Μέιζ μαζί με τους ήρωές του, και η φυλακή είναι που κρατάει εδώ τον πρωταγωνστικό ρόλο. Σε ταινίες όπως το «Όνομα του Πατρός», ο εγκλεισμός προσφέρει στον ήρωα μια περίοδο ενδοσκόπησης, απαραίτητη για να βγει δυνατότερος και σε εσωτερική γαλήνη, μόλις έρθει τελικά η δικαίωση. Εδώ, αντίθετα, η φυλακή δεν είναι ουδέτερη, δεν είναι σκηνικό, ούτε ένα στάδιο σε κάποια διαδικασία εσωτερικής αναζήτησης.  Η φυλακή του  «Hunger» είναι η φυλακή του Μισέλ Φουκώ, ένας χώρος όπου ο έλεγχος και η εξουσία είναι μελετημένες και μετρήσιμες πρακτικές.

Η αρχιτεκτονική, οι κανονισμοί και οι ρουτίνες του κτιρίου όπου είναι γυρισμένη η ταινία έχουν ως μόνο σκοπό να ρυθμίζουν και να περιορίζουν τις βασικές βιολογικές ανάγκες των κρατουμένων. Τροφή και νερό, ύπνος, έρωτας, ρουχισμός, κοινωνική επαφή, πρόσβαση σε ανοιχτό χώρο, πρόσβαση στον έξω κόσμο – όλα αυτά είναι στην ευχέρεια της διεύθυνσης, από την οποία εξαρτώνται οι κρατούμενοι. Πρόκειται γι΄ αυτό που ο Φουκώ περιγράφει ως «βιοπολιτική»: το ίδιο το σώμα των κρατουμένων γίνεται το εργαλείο που χρησιμοποιεί η φυλακή για τον έλεγχό τους, με τελικό αποτέλεσμα την ηθική και σωματική εξουθένωση. Στόχος πια δεν είναι απλά ο έλεγχος της παραβατικότητας, αλλά και να λειτουργήσει η φυλακή ως μοντέλο και μεταφορά για τη ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων και εκτός των τοιχών: Η φυλακή ως δημιούργημα του σύγχρονου κράτους και το σύγχρονο κράτος ως φυλακή.
Για να δείξουν ότι δεν αποδέχονται να φυλακιστούν ως ποινικοί, οι κρατούμενοι αρνούνται την τήρηση των κανονισμών της φυλακής. Ξεκινούν αυτό που έμεινε γνωστό ως «βρώμικη διαμαρτυρία»: Δεν φορούν τις στολές τους, προτιμώντας να κυκλοφορούν γυμνοί. Δεν πλένονται ούτε κουρεύονται ή ξυρίζονται, και προτιμούν να ζουν μέσα στις ακαθαρσίες τους, από το να αφήσουν τους υπαλλήλους της φυλακής μέσα στα κελιά τους για να τα καθαρίσουν. Η βρωμιά τους, τα περιττώματα και η μασημένη τροφή, τα βρώμικα νύχια και τα λιγδιασμένα μαλλιά, η αηδία που προκαλεί το θέαμά τους καταστρέφουν την ομαλή διευθέτηση των πραγμάτων μέσα στη φυλακή. Οι κρατούμενοι καταφέρνουν έτσι να γυρίσουν το παιχνίδι. Το σώμα τους δεν είναι πια η φυλακή τους, αλλά όπλο ενάντια στη φυλακή τους, εξίσου και περισσότερο αποτελεσματικό από τις σφαίρες των συντρόφων τους.
Η αντίσταση των κρατουμένων είναι βέβαια μια ευθεία πρόκληση στην εξουσία της φυλακής. Σταδιακά, το προσωπείο των κανονισμών και των δικαιωμάτων πέφτει, ο υπάλληλος που ελέγχει μία-μία τις καρτέλες των κρατουμένων φεύγει, για να εισβάλουν οι ειδικές δυνάμεις, που θα σπάσουν την ανυπακοή των κρατουμένων με την ωμή βία. Πάνω σε αυτήν είναι βασισμένη εξάλλου ολόκληρη η κυριαρχία της φυλακής ως συστήματος, που αποκτηνώνει κρατούμενους και δεσμοφύλακες, ώστε να καθιστά δυνατό τον έλεγχό τους. Το ερώτημα που θέτει ο Φουκώ και αναπαριστά στην ταινία του ο ΜακΚουίν είναι αμείλικτο: Μπροστά στη βία της φυλακής, μπροστά στην ύπαρξή της, πόσο σχετικά μπορεί να είναι τα επιμέρους εγκλήματα των κρατουμένων της;

Η πρώτη αποτυχία οδηγεί στην απόφαση για απεργία πείνας μέχρι θανάτου. Το φυλακισμένο σώμα, στερείται αξιοπρέπειας και ελευθερίας. Όπως η μη ανυπακοή, η επιστροφή σε μια κτηνώδη κατάσταση, κερδίζει για τους κρατούμενους την αξιοπρέπεια, έτσι και η αυτοκαταδίκη τους σε θάνατο κερδίζει την ελευθερία. Πρόσκαιρα όμως. Το τίμημα είναι μεγάλο – 10 νεκροί απεργοί.

Πριν 39 μέρες, 300 συμπολίτες μας ξεκίνησαν απεργία πείνας. Τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο, 78 νοσηλεύονται σε διάφορα νοσοκομεία με σοβαρές επιπλοκές στη υγεία τους. Οι 300 δεν έχουν καμία σχέση με τους ανθρώπους στους οποίους αναφερόταν μέχρι τώρα αυτό το κείμενο. Δεν είναι πολεμιστές ούτε εγκληματίες. Το μόνο τους έγκλημα ήταν ότι βρέθηκαν σε αυτήν τη χώρα, την δούλεψαν με τα χέρια τους, συνέβαλαν στην ανάπτυξή της, χωρίς να φταίνε που αυτή αποδείχτηκε φούσκα. Οι 300 ζητούν από μόνοι τους τον έλεγχο του κράτους στη ζωή τους, ζητούν χαρτιά, ζητούν τα έγγραφα που δικαιούνται και έχουν πληρώσει τρεις και πέντε φορές ο καθένας, γιατί ξέρουν ότι χωρίς αυτά τα έγγραφα, οι ίδιοι και δεκάδες χιλιάδες άλλοι είναι σαν να μην υπάρχουν. Όπλο των 300 δεν είναι η βρωμιά, αλλά η καθαριότητα – γι΄ αυτό και φρόντισαν να καθαρίσουν τους χώρους του πανεπιστημίου, όπου ζήτησαν να φιλοξενηθούν, από τις γόπες, τους καφέδες, και ό,τι άλλο πετάμε από δω κι από κει εμείς οι φυσικοί του δικαιούχοι.

Αλλά οι 300 είναι το ίδιο πεινασμένοι για ελευθερία και αξιοπρέπεια, είναι το ιδιο αποφασισμένοι να αγωνιστούν. Είναι το ίδιο με αυτούς που έκαναν απεργία στη Βόρεια Ιρλανδία, το ίδιο με αυτούς που απέργησαν και πέθαναν για να μην τους βάλουν στα κελιά τύπου F στις φυλακές της Τουρκίας. Οι 300 είναι ο Γεωργάκης στη Γένοβα και όποιος άλλος χρησιμοποίησε το σώμα του σαν ύστατο όπλο στον αγώνα του. Όσοι δεν θέλουμε τη χώρα μας  προαύλιο σε μια Ευρώπη-φρούριο, όσοι δεν θέλουμε να είμαστε ούτε δεσμοφύλακες ούτε φυλακισμένοι σε μια Ελλάδα-φυλακή, έχουμε χρέος να σταθούμε αλληλέγγυοι. Αυτός ο αγώνας πρέπει να κερδηθεί  και πρέπει να κερδηθεί τώρα, γιατί σύντομα μπορεί να είναι πολύ αργά.

* Η ιδέα για την αντιπαράθεση αυτή είναι παρμένη από την ιστοσελίδα της απεργίας πείνας, http://hungerstrike300.espivblogs.net/

Γράφει ο Σωτήρης Δημητριάδης και αναδημοσιεύουμε από το RedNotebook

Advertisements

Posted on 04/03/2011, in Αλληλεγγύη, Ανεξαρτησία στην κοινωνία, Κοινωνία, Μεταναστευτικό, Πολιτική and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: