Το φαινόμενο των χόμπος και ο «Δρόμος» του Τζακ Λόντον

Άρθρο της Ιωάννας Μαρίας Μαραβελίδη , αλιευμένο από Αυτολεξεί

«…Μακρυμάλληδες ιεροκήρυκες βγαίνουν κάθε βραδιά, για να σου πουν ποια είναι τα λάθη και ποια τα σωστά· μα όταν τους ρωτάς τι θα φας, αυτοί σου απαντούν τόσο γλυκά: θα φας ένα γεια σου και γεια, σε αυτή τη δοξασμένη τ’ ουρανού γωνιά· δούλευε και προσευχήσου, πάνω στα άχυρα ζήσε τη ζωή σου· θα τρως καλά όταν πεθάνεις…»

Τζο Χιλ (ποιητής, τραγουδοποιός, αγκιτάτορας και χόμπο)[1]

Δυο λόγια για το βιβλίο

Στο περίφημο βιβλίο του Τζακ Λόντον, Ο δρόμος (1907) –που έχει μεταφραστεί και εκδοθεί από αρκετούς οίκους και στα ελληνικά– ο ίδιος περιγράφει τις περιπέτειές του από όσα έζησε, είδε και άκουσε στα χρόνια της περιπλάνησής του στις ΗΠΑ και στον Καναδά. Μέσα από τις σελίδες της σύντομης αφήγησής του ζωντανεύει η γεμάτη απροσδόκητες εναλλαγές ζωή του αλήτη: η λαθραία επιβίβαση στα τρένα, η φυλακή αλλά και η συντροφικότητα, η ανεμελιά και το λαμπερό πρόσωπο της περιπέτειας ως τρόπου ζωής. «Ίσως το πιο ισχυρό θέλγητρο της αλητείας να είναι η απουσία της μονοτονίας», αναφέρει.

Οι εννιά αυτοβιογραφικές ιστορίες που περιέχονται στο βιβλίο έχουν να κάνουν, συγκεκριμένα, με τα χρόνια που ο ίδιος ο Λόντον έζησε ως χόμπο, κατά τη δεκαετία του 1890, ενώ ήταν ακόμη έφηβος και η μεγάλη οικονομική κρίση έπληττε την Αμερική. Οι περιπέτειές του έχουν να κάνουν με την καθημερινή μάχη για επιβίωση, με μια ηθική του δρόμου, με τσακωμούς και κυνηγητά από αστυνομικούς και σταθμάρχες τρένων. Διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, για τη φιλευσπλαχνία και τη βοήθεια που προσέφεραν οι φτωχοί στους πεινασμένους χόμπος, σε αντίθεση με την ψεύτικη φιλανθρωπία των πλουσίων. Διαβάζουμε για την υποκρισία των Αρχών και του δικαστικού συστήματος και των «καθώς πρέπει» ανθρώπων που αρκετές φορές αποδεικνύονται χειρότεροι από εκείνους που βλέπουν υποτιμητικά. Μία ξεχωριστά δυνατή στιγμή του βιβλίου αποτελεί το μαστίγωμα των τσιγγάνων (τους οποίους αποκαλεί «αδέλφια») από τον αρχηγό τους. Ο Λόντον μάς εξηγεί πως η απάθεια των γύρω του έκανε και τον ίδιο να μην αντιδράσει –η απάθεια είναι αυτή που κάνει τον κάθε νόμο να φαντάζει ισχυρότερος απ’ ό,τι είναι. Ο Λόντον ήταν γνωστός για τις πολιτικές του ανησυχίες και δεν θα πρέπει να το ξεχνούμε αυτό. Παράλληλα, όμως, δεν ωραιοποιεί καθόλου τις καταστάσεις και τη σκληρότητα που είχε το να επιβιώνεις, κάποιες φορές ακόμη και εναντίον των άλλων εξαθλιωμένων συνοδοιπόρων σου…

Ο τρόπος που περιγράφει τις ιστορίες του, τα μέρη και τους ανθρώπους που γνώρισε, είναι πράγματι ιδιαίτερος. Ο ρεαλισμός –ή και κυνισμός– είναι έντονος, η ειρωνεία διάχυτη, η ματιά του οξυδερκής και η χρήση της αργκό συχνή. Ταυτόχρονα, οι συχνές αναφορές στο τεράστιο σιδηροδρομικό δίκτυο της Αμερικής και των σταθμών της σε φέρνουν πιο κοντά στη γεωγραφία της και στις αχανείς της αποστάσεις. Έτσι, διαβάζεται ακόμη καλύτερα, με το μαύρο αλλά και συναρπαστικό παιχνίδι της περιπλάνησης να ζωντανεύει, αν έχεις δίπλα σου και έναν σχετικό χάρτη.

Για να καταλάβουμε, όμως, καλύτερα το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται οι ιστορίες του βιβλίου είναι χρήσιμο να διερευνήσουμε το κοινωνικό φαινόμενο των χόμπος, πράγμα στο οποίο στοχεύει και το παρόν κείμενο:

Ποιοι ήταν οι χόμπος; Οι καβαλάρηδες των τρένων

Χόμπος (hobos) ονομαζόταν μια ιδιαίτερη ομάδα φτωχών και περιπλανώμενων ανθρώπων, που άφηναν συχνά το σπίτι τους προς αναζήτηση εργασίας –δυσεύρετης στα χρόνια της μεγάλης ύφεσης. Τριγύριζαν συνεχώς νηστικοί από πόλη σε πόλη και από πολιτεία σε πολιτεία, σε όλα τα μήκη και πλάτη του Καναδά και των ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας τα πόδια τους αλλά κυρίως τα τρένα. Πού και πού δούλευαν για να βγάλουν τα απαραίτητα χρήματα ώστε να φάνε και να βρουν ένα μέρος να κοιμηθούν, αλλιώς ζητιάνευαν ή και έκλεβαν. Το πιο χαρακτηριστικό, συναρπαστικό αλλά και επικίνδυνο κομμάτι της καθημερινότητάς τους ήταν να ξεγελάσουν αστυνομικούς, σταθμάρχες, οδηγούς, φροντιστές κ.λπ. ώστε να καταφέρουν να ανέβουν σε ένα τρένο, να το διπλαρώσουν ενώ αυτό αρχίζει να κινείται. Σε αυτή τους την προσπάθεια, ο θάνατος από δυστυχήματα δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο, ενώ οι χωροφύλακες σε πολλές περιπτώσεις έπαιρναν ποσοστά για κάθε χόμπο που κατάφερναν να πιάσουν. Πολλές φορές κοιμόντουσαν στο ύπαιθρο υπό οριακές συνθήκες, άλλες πάλι σε κελιά και φυλακές. Κάποιοι, μάλιστα, φαίνεται πως προτιμούσαν να βρεθούν μέσα σε κάποια «καλή» φυλακή, κατά τη διάρκεια ενός δύσκολου χειμώνα.

Από τις σημειώσεις του βιβλίου Ο δρόμος των εκδόσεων Τυφλόμυγα (2006)[2] διαβάζουμε ότι η προέλευση του όρου hobos πιθανώς να προέρχεται από την προσφώνηση Ho, boy! (Έι, αγόρι!) και απαντά στα τραγούδια που οι περιπλανώμενοι τραγουδούσαν γύρω από τις φωτιές, πάνω στα τρένα, ακόμη και στις φυλακές. «Οι χόμπος», όπως αναφέρει, «άνθησαν από το 1860 έως το 1930. Απασχολήθηκαν ως εποχικοί εργάτες, στρώνοντας ένα τεράστιο σιδηροδρομικό δίκτυο και υιοθέτησαν τη νομαδική ζωή. Οι σκληρές συνθήκες εργασίας έκαναν τους χόμπος να αναπτύξουν μια δική τους φιλοσοφία για τη ζωή. Δίχως πατρίδα, δίχως σπίτι και οικογένεια, διέτρεχαν την ήπειρο πάνω στα τρένα απολαμβάνοντας μια άκρατη ελευθερία, όχι απαλλαγμένη κακουχιών, που την τραγουδούσαν στα τραγούδια τους. Καθώς ο αριθμός τους ολοένα αυξανόταν, άρχισαν να οργανώνονται με αποτέλεσμα την ίδρυση της Industrial Workers of the World [Βιομηχανικοί εργάτες του κόσμου] την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα.

Όταν στα 1920 έφτασαν να έχουν στρατολογηθεί εκατοντάδες χιλιάδες, άρχισαν να αποτελούν απειλή για το κράτος. Τα μέτρα ήταν σκληρά, οι χόμπος κατηγορούνταν για συνωμοσία κατά του κράτους και πήγαιναν για χρόνια στη φυλακή». Πράγματι, όπως και στην περίπτωση της κρατικής δολοφονίας του γνωστού συνδικαλιστή και χόμπο Τζο Χιλ[3], η αστυνομία με πλαστές κατηγορίες επιχείρησε να απομονώσει τα βασικά στελέχη της IWW.

Βρίσκοντας τη ριζοσπαστικότητα στο «περιθώριο» της κοινωνίας

Οι χόμπος βρήκαν τον εαυτό τους εκτός της κυρίαρχης τάξης της εποχής τους, διώχθηκαν και κυνηγήθηκαν. Η κατάσταση στην οποία βρέθηκαν, όμως, φαίνεται πως δημιούργησε ένα πρόσφορο έδαφος για την ανάδυση μιας διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας που είχε χαρακτηριστικά δημοκρατίας και αλληλοβοήθειας.

Οι χόμπος –άνεργοι και χωρίς μόνιμη κατοικία– αναπτύχθηκαν από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Ήταν πολύ πιο ανεξάρτητοι και συνειδητοποιημένοι από τους προγόνους τους τους κοινούς αλήτες[4]. Αξίζει να αναφέρουμε πως παρά τις απίστευτες δυσκολίες μιας τέτοιας ζωής υπολογίζεται πως ένα 10% των χόμπος ήταν γυναίκες. Οι ίδιες, σπάζοντας όλες τις κατηγοριοποιήσεις και όρους της ηθικής, βρισκόντουσαν στο «περιθώριο του περιθωρίου».[5]

Αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή τους ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζαν το πελώριο σιδηροδρομικό δίκτυο, το οποίο έβλεπαν ως κοινό αγαθό που χρησιμοποιούσαν για να ταξιδεύουν σε όλη τη χώρα, προς αναζήτηση εργασίας, χωρίς να πληρώνουν εισιτήριο. Πολλές φορές η επικίνδυνη αυτή πρακτική του να πηδούν πάνω στα τρένα τούς κόστιζε τη ζωή τους ή, αν τα κατάφερναν αλλά γίνονταν αντιληπτοί, τους οδηγούσε σε φυλακίσεις.

Σε αντίθεση με άλλες μετακινούμενες ομάδες της εποχής (όπως Μεξικανοί, Κινέζοι και Ευρωπαίοι) οι χόμπος συνήθιζαν να ταξιδεύουν μόνοι, αλλά κρατούσαν στενούς δεσμούς με άλλους χόμπος μέσω των ελεύθερων καμπς που έφτιαχναν και ονόμαζαν ζούγκλες (jungles)[6]. Αυτοί οι προσωρινοί καταυλισμοί βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση από τον σιδηρόδρομο, σε σημεία όπου τα τρένα έπρεπε να σταματούν για κάποιον λόγο. Οι ζούγκλες αποτελούσαν καταφύγιο για τους πεινασμένους αλήτες αφού προσέφεραν μια σχετική ασφάλεια ώστε να πλυθούν, να φάνε, να κοιμηθούν, να ανταλλάξουν πληροφορίες και να κοινωνικοποιηθούν. Εξαιτίας της νομαδικής ζωής των χόμπος, οι ζούγκλες είχαν προσωρινό χαρακτήρα, κι ακόμη και σε αυτές που υπήρχε συνεχή παρουσία, άλλαζε ο πληθυσμός τους.

Στο εσωτερικό αυτών μπορούσαν να βρεθούν στοιχεία ισονομίας και δημοκρατικότητας.[7] Οι «κάτοικοί τους» έφτιαχναν από κοινού τους νόμους και τους κανόνες με τους οποίους θα έπρεπε να συνυπάρξουν, ενώ μοιράζονταν το φαγητό, τα σκεύη, τα σκεπάσματα. Όλοι έπρεπε να τηρούν τους κανονισμούς και να συμμετέχουν από κοινού στην άμυνα και υπεράσπιση του καταυλισμού σε περίπτωση επίθεσης από την αστυνομία, έμμισθους μπράβους ή ακροδεξιές ομάδες[8].

Σε κάποιες περιπτώσεις υπήρχαν, επίσης, οι επιτροπές της ζούγκλας που ψηφίζονταν από όσους ζούσαν εκεί. Αυτές αποφάσιζαν για τυχόν τιμωρίες και φρόντιζαν να επιλύουν τις καθημερινές προστριβές μέσα στον καταυλισμό.[9] Συχνά η κοινότητα θεωρούσε πολύ αυστηρές τις τιμωρίες.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο ήταν ότι οι χόμπος, κατά τη διάρκεια της ύπαρξής τους, κατάφεραν να δημιουργήσουν τη δική τους γλώσσα-αργκό και ένα σύστημα από δικά τους σύμβολα-σήματα.[10]

Παρότι ταξίδευαν μόνοι τους, αρκετοί ήταν αυτοί που φρόντιζαν να αφήνουν εμφανή σημάδια από κιμωλία ή κάρβουνο σε τοίχους, δεξαμενές νερού και επιφάνειες για να ενημερώσουν τους επόμενους περιπλανώμενους για τις συνθήκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, περιοχής. Τα σύμβολα έδιναν χρηστικές πληροφορίες όπως το αν ένα σημείο ήταν ασφαλές και φιλικό για χόμπος ή όχι, αν υπήρχε κάποια φασιστική απειλή εκεί κοντά, αν οι οικοδεσπότες των σπιτιών προσέφεραν φαγητό στους ζητιάνους-αλήτες, αν κάποιος μπορούσε να βρει δουλειά εκεί κ.λπ. Επίσης, έγραφαν τα παρατσούκλια τους από όπου είχαν περάσει (αγαπημένη τους τακτική ήταν να βασίζουν τα παρατσούκλια τους στους τόπους από τους οποίους κατάγονταν). Έτσι, οι χόμπος επικοινωνούσαν μεταξύ τους και εκτός των καταυλισμών.

Οι χόμπος έβλεπαν, όπως προείπαμε, το εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο ως κοινό αγαθό. Εκατοντάδες χιλιάδες διέσχιζαν όλη τη χώρα με αυτό κάθε χρόνο. Η πρακτική τού να οικειοποιούνται, να θέτουν σε ελεύθερη-κοινή χρήση, τη μετακίνηση με το τρένο αποτελούσε τις περισσότερες φορές μια μη συνειδητή επιλογή η οποία προέκυπτε από καθαρή ανάγκη. Παρ’ όλα αυτά, το ενδιαφέρον με αυτούς τους ανθρώπους, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν άξεστοι ή απλώς «λούμπεν στοιχεία» με μία βιαστική ματιά, είναι πως στην πραγματικότητα πολλοί χόμπος ήταν βαθιά πολιτικοποιημένοι και η πλειονότητά τους υποστήριζε ή συνδεόταν με κάποιον τρόπο με την Industrial Workers of the World.[11]

Καταστολή και εξασθένιση της παρουσίας των χόμπος

Η τεράστια παρουσία των χόμπος σε εθνικό επίπεδο δεν θα μπορούσε να μείνει απαρατήρητη για πολύ και μια σειρά από πολύπλοκους παράγοντες οδήγησε τελικά στην εξασθένιση της παρουσίας τους.

Η προσπάθειά τους για επανάκτηση και κοινή χρήση του σιδηροδρομικού δικτύου τούς έφερε σε σύγκρουση με μία από τις πιο αναπτυγμένες βιομηχανίες της εποχής –η οποία εκτεινόταν σε 254.037 μίλια το 1916.[12] Επιπλέον, οι ζούγκλες των χόμπος έθεταν σε αμφισβήτηση τις τότε αντιπαροχές γης και περιφράξεις.

Στις αρχές του 20ού αιώνα ξεκίνησε ένα κύμα άγριας καταστολής με πυροβολισμούς στο ψαχνό που υιοθετήθηκε από τους φύλακες των σιδηροδρόμων. Για να αντιμετωπίσουν τον πολυάριθμο «εχθρό» τους, συνεργάστηκαν με την αστυνομία και την ακροδεξιά η οποία έβρισκε «έκφυλο» τον τρόπο ζωής των χόμπος. Ο αριθμός των «καταπατητών» που πυροβολούνταν αυξήθηκε δραματικά –2.553 άνθρωποι υπολογίζεται πως σκοτώθηκαν το 1919 και 2.166 το 1920.[13] Το κύμα καταστολής εξαπλώθηκε και σε πολιτικές κινήσεις που αμφισβητούσαν την κυριαρχία –μεταξύ των οποίων η IWW, πολύτιμα μέλη της οποίας έγιναν αντικείμενο φυσικής εξόντωσης από τις Αρχές. Η δεκαετία του ’30 ήταν η τελευταία, κατά τη διάρκεια της οποίας οι χόμπος είχαν σημαντική παρουσία εξαιτίας του ξεσπάσματος της Μεγάλης Ύφεσης.[14]

Παράλληλα, μία νέα εποχή μετακινήσεων και μεταφορών εξελισσόταν –αυτή της αυτοκίνησης, των λεωφορείων και των φορτηγών. Αυτός ο ιδιωτικός-ατομικός τρόπος μετακίνησης άλλαξε τελείως τις συνθήκες που κάποτε ήταν ευνοϊκές για την άνοδο της κουλτούρας των χόμπος. Σε έναν κόσμο όπου οι αυτοκινητόδρομοι αντικατέστησαν τους σιδηροδρόμους ως κύριο μέσο ταξιδιού, υπήρχε ίσως ο χώρος για κάποιο σπάνιο ωτοστόπ αλλά όχι για ένα μαζικό κίνημα κοινοκτημοσύνης των μέσων μετακίνησης.

Τέλος, υπήρχε και το στερεότυπο που χαρακτήριζε τους χόμπος ως κοινούς τεμπέληδες και αμόρφωτα παράσιτα δίχως αξιοπρέπεια, σπίτι και οικογένεια.[15] Η συνεχής κινητικότητα και έλλειψη ριζών, που θεωρείται έως και σήμερα παρέκκλιση από τα κοινωνικά πρότυπα, οδηγούσε ευκολότερα στο περιθώριο. Αυτό το αφήγημα βοήθησε στην κοινωνική νομιμοποίηση της βίας που τους ασκήθηκε από πλευράς κράτους. Η εικόνα του χόμπο σαν ένα εκφυλισμένο, αυτοκαταστροφικό και κοινωνικά τοξικό υποκείμενο έχει, δυστυχώς, αναπαραχθεί από τότε σε ταινίες, λογοτεχνία, μουσική κ.λπ.

***

Από την εποχή των χόμπος έως σήμερα, πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι.

Οι εποχές αλλάζουν –και καλά κάνουν. Τα συστήματα διακυβέρνησης, όμως, συνεχίζουν να διέρχονται περιόδους κρίσεων· έτσι και οι απανταχού αποκλεισμένοι συνεχίζουν να βρίσκουν νέους τρόπους επιβίωσης. Με αφορμή το παράδειγμα των χόμπος, λοιπόν, ας κρατήσουμε στο μυαλό μας πως παρόμοιες στιγμές κοινωνικού αδιεξόδου και αποκλεισμού μπορούν –και χρειάζεται– να μετατρέπονται σε εργαστήρια καλλιέργειας και ανάδυσης ριζοσπαστικών πολιτικών απελευθέρωσης και όχι σε κοινωνικό κανιβαλισμό και αυταρχισμό. Έως τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας στη βάση της δημοκρατίας και των κοινών.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Joe Hill, The Preacher and the Slave (1911)
[2] http://tiflomiga.blogspot.com/
[3] Τζο Χιλ: το διαχρονικό σύμβολο του συνδικαλισμού
[4] Συνέντευξη του Todd DePastino, συγγραφέα του Citizen Hobo. How a Century of Homelessness Shaped America: https://press.uchicago.edu/Misc/Chicago/143783in.html
[5] The margin of a margin: Female hobos in 19th-century America
[6] http://xroads.virginia.edu/~ma01/White/hobo/thejungle.html
[7] Todd Depastino, Citizen Hobo. How a Century of Homelessness Shaped America, University of Chicago Press 2005, pp81-85 https://press.uchicago.edu/ucp/books/book/chicago/C/bo3631480.html
[8] Benedict Giamo: The Homeless of Ironweed, University of Iowa Press 1996, p.82
[9] George Caffentzis: In letters of Blood and Fire, PM Press 2013, p.92
[10] Hobos – Η μυστική γλώσσα των ιπποτών του δρόμου και http://www.cyberhobo.com/signs/hobosigns.html
[11] https://press.uchicago.edu/Misc/Chicago/143783.html
[12] William Greenleaf: American Economic Development Since 1860, University of South Carolina Press 1968, p.79
[13] Nels Anderson: The Hobo: The Sociology of the Homeless Man, University of Chicago Press 1923, pp 161-62
[14] William A. Darity, Jr: International Encyclopedia of the Social Sciences, 2nd Edition, Macmillan Reference 2008, p.494
[15] Charles Elmer Fox: Tales of an American Hobo, University of Iowa Press 1989, p.xvii

* Πολλά σημεία του άρθρου και των πηγών του πάρθηκαν από το Pirates and Hobos: Radical Politics on the Margins of Society του Yavor Tarinski, όπου διαβάζουμε λεπτομέρειες για τους χόμπος και σε σύγκριση με τις κοινότητες των πειρατών.
** Σχετική ταινία-ντοκιμαντέρ: Riding the Rails(1997) των Lexy Lovell and Michael Uys.

Άρθρο της Ιωάννας Μαρίας Μαραβελίδη , αλιευμένο από Αυτολεξεί

About kyan

Raised on the mountains of western Greece, studied by the sea in the north of Greece, went underwater (The Netherlands) to work. Music, hip-hop in particular, is my specialty. Most of my posts are in Greek and they rant about the defeat of capitalism and the rise of the weak.

Posted on 12/01/2021, in Δημόσια περιουσία, Ιστορία - Θρησκείες and tagged , . Bookmark the permalink. 1 σχόλιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: