Αρχεία Ιστολογίου

Ολοκληρωτισμός στην εκδοχή Έλληνα bobo

Αναδημοσίευση από το RedNotebook

του Νικόλα Σεβαστάκη 
Στη Γαλλία εδώ και χρόνια ο χαρακτηρισμός bobo απευθύνεται σε εκείνα τα τμήματα της μορφωμένης και εύπορης μεσαίας τάξης που υιοθέτησαν επιλεκτικά προωθημένους πολιτιστικούς κώδικες ενώ συγχρόνως συμφιλιώθηκαν οριστικά με τη μοναδική πραγματικότητα του καπιταλισμού – ή, όπως θα άρεσε στους ίδιους να λένε, με την κοινωνία των ελεύθερων αγορών.
Πολιτικά, οι μποέμ μπουρζουά έκλιναν κυρίως προς το σύγχρονο κέντρο, προς την περίμετρο του σοσιαλφιλελευθερισμού, της σοφτ οικολογίας ή του συμπονετικού επεμβατισμού των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Γενεαλογικά, συνδέονται με την παλαιότερη κριτική στον ολοκληρωτισμό και στη συνέχεια με ορισμένες συμβολικές υποθέσεις, όπως η Βοσνία την εποχή των γιουγκοσλαβικών πολέμων ή το Θιβέτ. Μετά όμως τη χρυσή εποχή του ΄90, και κυρίως από το 2008 και το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης, αυτός ο χώρος αισθάνεται αποπροσανατολισμένος. Από εκεί που είχε πιστέψει ότι πλησιάζουμε στην εποχή του Υδροχόου, στην μεταπολιτική και συναινετική εποχή των χλιαρών αποχρώσεων και των ρυθμισμένων διαφορών, βρέθηκε σε καιρούς αυξημένης αγριότητας, σε μια περίοδο όπου επιστρέφουν τα «αρχαϊκά» υλικά προβλήματα και οι μεγάλες οξύνσεις και αντιθέσεις. Ζήτω, φυσικά, το ελεύθερο Θιβέτ, αλλά οι σύγχρονες πραγματικότητες προστάζουν στροφή προς τις …Κίνες αυτού του κόσμου! Όπου Κίνα σημαίνει οικονομικός δυναμισμός, τιθάσευση του εργατικού κόστους, πολιτική «αρμονία», πειθαρχημένο κοινωνικό εργοστάσιο.
Παράλληλα, λοιπόν, με την ανακάλυψη του καπιταλιστικού ρεαλισμού, ο κλονισμένος κόσμος των bobo άρχισε να επιδίδεται σε ασκήσεις αυτοκριτικής για τα προηγούμενα κύματα των ενθουσιασμών του: ασφαλώς το παρακάναμε με τον ηδονιστικό καταναλωτισμό, με τις επιπολαιότητες της άμεσης απόλαυσης και τη λατρεία των νεανικών στιλ, με τις ελευθεριακές μας αυταπάτες. Τώρα ας σοβαρευτούμε. Ας ανακαλύψουμε τις αξίες της προσπάθειας, της εργασίας, της λιτότητας. Ας δούμε, εν τέλει, τα καλά στοιχεία της κρίσης που δίνει την ευκαιρία για επαναξιολόγηση του do it yourself, της απλότητας και της μαγειρικής στο σπίτι.
Βεβαίως αυτός ο πρώτος πληθυντικός δημιουργεί κάποιο πρόβλημα: διότι περιλαμβάνει τόσο αυτούς που στην προηγούμενη περίοδο είχαν απλώς κάτι περισσότερο για να καταναλώσουν όσο και αυτούς που έφτιαχναν λίστες για το τι οφείλουμε να έχουμε καταναλώσει ή να έχουμε πράξει ως τα τριάντα ή τα σαράντα. Όποιος μάλιστα δεν είχε καμιά διάθεση ή δεν είχε τα χρήματα για να κάνει αυτά τα «δέκα» ή «είκοσι» απαραίτητα πράγματα, καταδικάζονταν στο πυρ το εξώτερον ως μιζεραμπιλιστής ή αναχρονιστικός.

Πολιτικές Δολοφονίες: Ιούλιος Καίσαρας, Φραγκίσκος Φερδινάνδος, Μαρά

Ο βίαιος θάνατος αυτών των ηγετών από τις σφαίρες ή το μαχαίρι κάποιου δολοφόνου είχαν μακροχρόνιες συνέπειες στην παλαιότερη και την πρόσφατη Ιστορία.

Ο Βρούτος ετοιμάζεται να δώσει την τελευταία μαχαιριά στον ετοιμοθάνατο Καίσαρα. Ο τύραννος, τον οποίο αγαπούσε ο λαός, δολοφονήθηκε στις 15 Μαρτίου το 44 π.Χ

«Κι εσύ, τέκνον Βρούτε;»

Το 44 π.Χ. συνέβη μία από τις πιο εμβληματικές «τυραννοκτονίες» της Ιστορίας. Στις 14 Φεβρουαρίου, η Σύγκλητος έκανε τον Καίσαρα ισόβιο δικτάτορα και οι πατρίκιοι άρχισαν να ανησυχούν. Πολλοί εξ αυτών επέκριναν όμως τον Καίσαρα λιγότερο για τον αυταρχισμό του και περισσότερο επειδή ανταποκρινόταν στα λαϊκά αιτήματα. Φοβούνταν πως η φρενήρης δημαγωγία του αυτοκράτορα θα έβλαπτε τελικά τα συμφέροντά τους. Ο Μέτελλος Κίμβρος, ένας ανθύπατος που είχε διοριστεί πρόσφατα στη Βιθυνία, και ο Μάρκος Βρούτος, ένας κυκλοθυμικός διανοούμενος, ήταν μεταξύ αυτών.

Στις 15 Μαρτίου, με την ευκαιρία της συνεδρίασης της Συγκλήτου στο Βουλευτήριο, ο Μέτελλος Κίμβρος πλησίασε τον αυτοκράτορα προσποιούμενος ότι θέλει να του ζητήσει κάτι, μετά τον άρπαξε βίαια από τους ώμους, ενώ ένας από τους συνεργούς του τον τραυμάτισε λίγο κάτω από τον λαιμό. Οταν ο Καίσαρας κατάλαβε ότι του επιτίθενται από παντού με μαχαίρια, κάλυψε το κεφάλι του με την τήβεννο για να πέσει με αξιοπρέπεια. Θα δεχθεί στωικά 23 μαχαιριές, προτού πει σ΄ αυτόν που τον πλησίασε για το το τελευταίο και θανατηφόρο πλήγμα, τον Μάρκο Βρούτο, την περίφημη φράση του στα ελληνικά: «Κι εσύ, τέκνον Βρούτε;». Οι δολοφόνοι του ετοιμάζονταν να πετάξουν το πτώμα του αυτοκράτορα στον Τίβερη, όμως ο λαός απαίτησε να αποτεφρωθεί δημοσία η σορός του, σύμφωνα με την παράδοση. Δεν εξακριβώθηκε ποτέ αν η αγάπη που έτρεφε ο λαός γι΄ αυτόν ήταν εθελοδουλεία.

Για τη συνέχεια πατήστε στο Read the rest of this entry

Αρέσει σε %d bloggers: