Αρχεία Ιστολογίου

Τσιγάρο: μισές αλήθειες

-Αφιερωμένο στους απανταχού καπνιστές-

Έχω πετάξει γεμάτο πακέτο από το παράθυρο του αυτοκινήτου– δήθεν αποφασισμένος- βράδυ, στο δρόμο για ένα ξενοδοχείο. Το πρωί, χαρμανιασμένος, θυμήθηκα το μέρος, γύρισα και το μάζεψα. Το κάπνισα βεβαίως.

Έχω ονειρευτεί ότι κόβω το τσιγάρο. Το πιστεύεις; Δεν με αντέχω άλλο και το κόβω. Στον ύπνο μου.

Κάπνισα σε όλες τις σκοπιές στον στρατό, μέσα στα μοναστήρια του Αγίου Όρους, όλες τις φορές που πέρασα τον Ατλαντικό με αεροπλάνο – ήταν ακόμη χαλαρή η απαγόρευση. Σε όλες τις αρρώστιες, τους πυρετούς, τα νοσοκομεία. Ανεβαίνοντας σκάλες. Μέσα στη θάλασσα. Σε όλες σχεδόν τις φωτογραφίες. Σκέτα, βαριά, ελαφρύτερα, ελληνικά, εισαγωγής, πόσο πια;

Έχω ξυπνήσει στις 4 τα χαράματα, να φάω ένα γλυκάκι για να κάνω τσιγάρο. Στο μπαλκόνι, χειμώνα, όσοι αγαπάω κοιμούνται, εγώ παλεύω με το θηρίο. Με έχει καταφάει. Οριστικά; Αμετάκλητα; Δεν ξέρω. Επινοώ τρόπους στις απαγορεύσεις, ψάχνω την «έξοδο κινδύνου» μόλις μπω σε χώρο που κινδυνεύω. Να μην καπνίσω. Το σκέφτομαι πολύ μέσα στη μέρα. Γκόμενα κανονική. Πόσο πια; Έχω πετάξει μακριά με λύσσα φρεσκοαναμμένο τσιγάρο. Σιγά τα αίματα! Ξαναγύρισε στα δάχτυλά μου σαν να’ χα μαγνήτη. «Αφού θα με τελειώσεις ρε βλάκα, τι τσαμπουκαλεύεσαι;»

Read the rest of this entry

Αρέσει σε %d bloggers: