Αρχεία Ιστολογίου

Πολιτικές Δολοφονίες μέρος 3ο: Σαντάτ, Τρότσκι

Προηγούμενα σχετικά άρθρα :

Πηγαίνοντας στο Ισραήλ υπέγραψε την καταδίκη του

6 Οκτωβρίου 1981, ο Σαντάτ παρακολουθούσε μια στρατιωτική παρέλαση. Τέσσερις συνωμότες πήδησαν από ένα στρατιωτικό φορτηγό και γάζωσαν το προεδρικό θεωρείο μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες

Μόνο έκπληξη δεν ήταν. Το περίμενε και ο ίδιος: «Θα είναι μεγάλη τιμή για εμένα να σκοτωθώ. Οι άνθρωποι της ειρήνης προσελκύουν τους δολοφόνους», είχε δηλώσει.

Οι συνωμότες τον γάζωσαν με 15 σφαίρες ενός Καλάσνικοφ. Βέβαια, κάποιοι θα έλεγαν πως τα ήθελε και τα έπαθε. Στις 20 Νοεμβρίου 1977, ο Ανουάρ Σαντάτ έβαλε στο κεφάλι του την κίπα, το εβραϊκό καπελάκι, και επισκέφθηκε το Γιαντ Βασέμ, το μνημείο του Ολοκαυτώματος. Ολοι αναρωτήθηκαν πόσες ώρες θα επιζούσε έπειτα απ΄ αυτή την ιεροσυλία. Μέσα σ΄ ένα 24ωρο είχε γκρεμίσει τα ιερότερα αραβικά ταμπού: είχε προσγειωθεί στο Ισραήλ και είχε σφίξει το χέρι του Μεναχέμ Μπέγκιν, του Μοσέ Νταγιάν, της Γκόλντα Μέιρ, ορκισμένων εχθρών των αραβικών λαών. Στη διάρκεια της ομιλίας του ενώπιον της Κνεσέτ, του ισραηλινού Κοινοβουλίου, πολλοί τσιμπιούνταν για να βεβαιωθούν πως δεν ονειρεύονται.

Οι φονιάδες του έδωσαν τρία χρόνια. Οσο είχε χρειαστεί για να διαπραγματευθεί και να υπογράψει την ειρήνη με το Ισραήλ και να εκκενώσει ολόκληρο το Σινά, διώχνοντας και τους εβραίους εποίκους. Και για να ανοίξει και πάλι τη διώρυγα του Σουέζ στη ναυσιπλοΐα και να στρέψει τη χώρα του στον τουρισμό. Σινά, διώρυγα, τουρισμός: οι τρεις πρώτοι φυσικοί πόροι της σημερινής Αιγύπτου. Ηταν μια τεράστια ευεργεσία, που οφειλόταν μόνον σε έναν άνθρωπο. Αλλά και ασυγχώρητο αμάρτημα για τους τρελούς του Θεού. Ο άνθρωπος αυτός έπρεπε να πεθάνει.

Για τη συνέχεια πατήστε στο Read the rest of this entry

Πολιτικές Δολοφονίες: Ιούλιος Καίσαρας, Φραγκίσκος Φερδινάνδος, Μαρά

Ο βίαιος θάνατος αυτών των ηγετών από τις σφαίρες ή το μαχαίρι κάποιου δολοφόνου είχαν μακροχρόνιες συνέπειες στην παλαιότερη και την πρόσφατη Ιστορία.

Ο Βρούτος ετοιμάζεται να δώσει την τελευταία μαχαιριά στον ετοιμοθάνατο Καίσαρα. Ο τύραννος, τον οποίο αγαπούσε ο λαός, δολοφονήθηκε στις 15 Μαρτίου το 44 π.Χ

«Κι εσύ, τέκνον Βρούτε;»

Το 44 π.Χ. συνέβη μία από τις πιο εμβληματικές «τυραννοκτονίες» της Ιστορίας. Στις 14 Φεβρουαρίου, η Σύγκλητος έκανε τον Καίσαρα ισόβιο δικτάτορα και οι πατρίκιοι άρχισαν να ανησυχούν. Πολλοί εξ αυτών επέκριναν όμως τον Καίσαρα λιγότερο για τον αυταρχισμό του και περισσότερο επειδή ανταποκρινόταν στα λαϊκά αιτήματα. Φοβούνταν πως η φρενήρης δημαγωγία του αυτοκράτορα θα έβλαπτε τελικά τα συμφέροντά τους. Ο Μέτελλος Κίμβρος, ένας ανθύπατος που είχε διοριστεί πρόσφατα στη Βιθυνία, και ο Μάρκος Βρούτος, ένας κυκλοθυμικός διανοούμενος, ήταν μεταξύ αυτών.

Στις 15 Μαρτίου, με την ευκαιρία της συνεδρίασης της Συγκλήτου στο Βουλευτήριο, ο Μέτελλος Κίμβρος πλησίασε τον αυτοκράτορα προσποιούμενος ότι θέλει να του ζητήσει κάτι, μετά τον άρπαξε βίαια από τους ώμους, ενώ ένας από τους συνεργούς του τον τραυμάτισε λίγο κάτω από τον λαιμό. Οταν ο Καίσαρας κατάλαβε ότι του επιτίθενται από παντού με μαχαίρια, κάλυψε το κεφάλι του με την τήβεννο για να πέσει με αξιοπρέπεια. Θα δεχθεί στωικά 23 μαχαιριές, προτού πει σ΄ αυτόν που τον πλησίασε για το το τελευταίο και θανατηφόρο πλήγμα, τον Μάρκο Βρούτο, την περίφημη φράση του στα ελληνικά: «Κι εσύ, τέκνον Βρούτε;». Οι δολοφόνοι του ετοιμάζονταν να πετάξουν το πτώμα του αυτοκράτορα στον Τίβερη, όμως ο λαός απαίτησε να αποτεφρωθεί δημοσία η σορός του, σύμφωνα με την παράδοση. Δεν εξακριβώθηκε ποτέ αν η αγάπη που έτρεφε ο λαός γι΄ αυτόν ήταν εθελοδουλεία.

Για τη συνέχεια πατήστε στο Read the rest of this entry