Αρχεία Ιστολογίου

Ο … σπαρτιάτικος ναζιστικός χαιρετισμός : το ξεβράκωμα της αλήθειας από το jungle-report

Είναι πολλοί οι αστικοί μύθοι που συναντάμε στον έρμο τούτο τόπο. Από που να ξεκινήσει κανείς και που να τελειώσει; Από τα περίφημα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών»; Από την ανύπαρκτη «Ομιλία Κίσινγκερ»; Από την «κερκόπορτα» που την άνοιξαν οι Εβραίοι; Από τα φαντασιακά κρυφά σχολειά στην τουρκοκρατία;

Καλό είναι βέβαια που υπάρχουν τέτοιοι μύθοι, για παιδαγωγικούς κυρίως λόγους, ώστε να δύναται να κατανοεί κανείς τα σκεπτικά και τις σκοπιμότητες που οδήγησαν κάποιους στο να κατασκευάσουν αυτούς τους μύθους. Όπως εξίσου καλά και διδακτικά είναι και τα παραμύθια, με τα οποία μεγάλωσαν γενιές και γενιές.Η Κοκκινοσκουφίτσα, Η Σταχτοπούτα, Τα 3 Γουρουνάκια, κ.ο.κ.

Όλα αυτά έχουν, αν μη τι άλλο, το σκοπό τους, που είναι για το παιδί είτε ψυχαγωγικός, είτε διδακτικός, είτε και τα δύο μαζί. Κάποτε όμως φτάνει και η στιγμή της ενηλικίωσης. Σιγά-σιγά αρχίζει το παιδί να μαθαίνει και να κατανοεί ότι αυτές οι ιστορίες ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας. Παύει δηλαδή να πιστεύει πως υπάρχει ο Άι Βασίλης ή ότι το αδερφάκι του το έφερε ο πελαργός (ή ο Τζίνραϊ από τους Τρανσφόρμερς -αν θέλουμε να είμαστε πιο σύγχρονοι).

Κάθε άλλο, πέραν του απογαλακτισμού αυτού, θα είχε μια όχι και τόσο ευχάριστη κατάληξη για το παιδί. Διότι ο έφηβος ή ο άνδρας που, από μια ηλικία και μετά, συνεχίζει να πιστεύει πχ. στον Άι Βασίλη, δεν τον λες σκεπτόμενο έφηβο ή άνδρα, αλλά μαμούχαλο.

Ο μαμουχαλισμός μπορεί να έχει δυσάρεστες συνέπειες για το παιδί, αλλά και για το περιβάλλον του. Μία από αυτές θα ήταν να γίνει χρυσαυγίτης. Μια άλλη θα ήταν να γίνει Άδωνις ή θαυμαστής του Άδωνη κλπ.. Όπως και να ‘χει πάντως, το σίγουρο είναι ότι θα καταλήξει να υιοθετεί κάθε παραμύθι και κάθε ανιστόριτη ανοησία  που ακούει, αρκεί αυτή να του δημιουργεί μια κάποια ψευδαίσθηση ανωτερότητας απέναντι στους Άλλους.

Ένας από αυτούς τους αστικούς μύθους που ακούγεται, υιοθετείται και αναπαράγεται συχνά από μαμούχαλους, ένθεν κακείθεν, είναι και η τάχα ελληνική προέλευση του ναζιστικού χαιρετισμού. Πιο συγκεκριμένα, ο σπαρτιάτικος χαιρετισμός.

Read the rest of this entry

Σε πλειστηριασμό ένα …μετάλλιο με αθλητική και πολιτική ιστορία!

Yπάρχουν μετάλλια και… μετάλλια. Στις 16 Οκτωβρίου του 1968 ο Τόμι Σμιθ είχε εντυπωσιάσει τον κόσμο με τις αθλητικές του επιδόσεις, νικητής όντας γαρ στην κούρσα των 200 μέτρων στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Μεξικό, και μάλιστα με παγκόσμιο ρεκόρ.

Αργότερα κατά τη διάρκεια της ημέρας φρόντισε να τον αφήσει και άφωνο, όταν με το χρυσό μετάλλιο πλέον στο στήθος και ευρισκόμενος στο βάθρο, την ώρα της ανάκρουσης του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ ύψωσε τη γαντοφορεμένη γροθιά του (ο περίφημος χαιρετισμός της «μαύρης δύναμης»), κατεβάζοντας το κεφάλι, μια κίνηση που έκανε επίσης ο συμπατριώτης του Τζον Κάρλος.

Αμφότεροι δεν φορούσαν παπούτσια παρά μόνο μαύρες κάλτσες, συμβολίζοντας τη φτώχεια των μαύρων συμπατριωτών τους, ο μεν Σμιθ είχε στο λαιμό του ένα μαύρο κασκόλ, σημάδι της μαύρης υπερηφάνειας, ο δε Κάρλος είχε αφήσει το πάνω μέρος της φόρμας ανοιχτό για να τιμήσει τους απλούς εργάτες και είχε στο λαιμό του χάντρες σε μνήμη όσων σκοτώθηκαν άδικα χωρίς κανείς να νοιαστεί γι’ αυτούς.

Ήταν μια γενναία χειρονομία από τους δύο αθλητές (ο τρίτος του βάθρου, Αυστραλός Πίτερ Νόρμαν φορούσε στη φόρμα του ένα σήμα υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων), μια ξεκάθαρη πολιτική δήλωση σε ένδειξη αλληλεγγύης στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ειδικά για τη βελτίωση της θέσης των Αφρο-Αμερικανών στην κοινωνία. Και μάλιστα σε μια πλατφόρμα με παγκόσμια αναγνωρισιμότητα, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες.

Η συνέχεια ήταν σχετικά αναμενόμενη. Σμιθ και Κάρλος αποβλήθηκαν από την ολυμπιακή ομάδα των ΗΠΑ, εξοστρακίστηκαν εν πολλοίς από τα δρώμενα του στίβου (συνεχίζοντας αργότερα στο αμερικάνικο ποδόσφαιρο), ενώ οι οικογένειές τους δέχτηκαν απειλές θανάτου, όμως οι δύο άντρες έλαβαν παγκόσμια φήμη.

Σαράντα δύο χρόνια αργότερα το χρυσό μετάλλιο με την ξεχωριστή αυτή σημασία τέθηκε σε πλειστηριασμό μαζί με τα παπούτσια που φορούσε ο 66χρονος πλέον Σμιθ (που είχε «σπάσει» συνολικά επτά φορές το παγκόσμιο ρεκόρ), κι ενώ το περίφημο γάντι έχει χαθεί.

«Το μετάλλιο είναι σημαντικό γι’ αυτόν, όμως η ανάμνηση της νίκης του είναι πολύ πιο σημαντική. Το κάνει σίγουρα για τα χρήματα, αλλά όχι επειδή είναι απελπισμένος. Αν κάποιος θέλει να το αγοράσει η τιμή εκκίνησης είναι 250.000 δολάρια (178.625 ευρώ)» δήλωσε ο υπεύθυνος του πλειστηριασμού.

Αρέσει σε %d bloggers: